Θεωρία ΙΙ

Θεωρία ΙΙ

Το διοξείδιο του άνθρακα (CO2), επειδή παραμένει σε κάποιο ποσοστό στο αίμα σαν αδιάλυτο αέριο, έχει την ιδιότητα να διαστέλλει τα αιμοφόρα αγγεία ασκώντας πίεση στα τοιχώματα, καθορίζοντας την διάμετρό τους. Μειωμένη πίεση διοξειδίου άνθρακα (PCO2) στο αίμα οδηγεί σε στένωση των αρτηριακών αγγείων του εγκεφάλου, της καρδιάς, των νεφρών, όλων των οργάνων και στην αλκάλωση του αίματος (pH ≥ 7,47).

Όσο πιο αλκαλικό είναι το pH του αίματος, τόσο αυξάνεται η δέσμευση του οξυγόνου (O2) με την αιμογλομπίνη κι έτσι δυσκολεύεται η αποδέσμευσή του από το αίμα στα κύτταρα του εγκεφάλου, της καρδιάς, των νεφρών και όλων των οργάνων (γνωστό φαινόμενο στην φυσιολογία ως Verigo – Bohr).

Δηλαδή, όσο πιο βαθιά αναπνέουμε, τόσο λιγότερο οξυγονώνονται τα κύτταρα.

Ο χρόνιος υπεραερισμός οδηγεί σε παρατεταμένη ανεπάρκεια των νευρικών κυττάρων σε οξυγόνο και, παράλληλα με διαταραχές στον μεταβολισμό, προκαλεί διέγερση του νευρικού συστήματος, αποδυναμώνοντας την διάνοια, μειώνοντας την αντιληπτική ικανότητα και καταστέλλοντας σταδιακά τις λειτουργίες του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Με τις μετρήσεις διαπιστώνεται ότι ο κορεσμός του αίματος σε οξυγόνο κατά 98% πετυχαίνεται και με 2-3% οξυγόνο στον εισπνεόμενο αέρα. Ο ατμοσφαιρικός αέρας περιέχει 7 φορές παραπάνω οξυγόνο (O2 = 21%).

Σε περίπτωση παροχής και με καθαρό οξυγόνο, ο κορεσμός του αίματος δεν αυξάνεται. Γι’ αυτόν τον λόγο οι προσπάθειες βαθιάς αναπνοής με σκοπό την πρόσληψη περισσότερου οξυγόνου δεν έχουν νόημα.

Η υποξία (έλλειψη οξυγόνου στα κύτταρα) δεν είναι από έλλειψη οξυγόνου του αίματος. Είναι αποτέλεσμα μειωμένης αιμάτωσης λόγω στένωσης των αγγείων (μειωμένη διάμετρος εξαιτίας της έλλειψης CO2) και δυσκολίας απελευθέρωσης του οξυγόνου από το αίμα στα κύτταρα (λόγω πιο αλκαλικού pH). Έτσι εξηγούνται οι περιπτώσεις θανάτου από έλλειψη οξυγόνου (κυτταρική υποξία) έχοντας το αίμα κορεσμένο σε οξυγόνο.

Συνήθως παρατηρείται ότι οι βαριά ασθενείς ενστικτωδώς αναπνέουν βαθιά και γρήγορα χωρίς να γνωρίζουν ότι επιτυγχάνεται ακριβώς το αντίθετο.

Γιατί ενστικτωδώς αναπνέουμε βαθιά,

παρόλο που μας βλάπτει.

Για να καταλάβουμε τον λόγο της ενστικτώδους τάσης βαθιάς αναπνοής, πρέπει να λάβουμε υπόψη τις ατμοσφαιρικές συνθήκες, στις οποίες εμφανίστηκαν οι ζωντανοί οργανισμοί.

Όταν εμφανίστηκαν οι ζωντανοί οργανισμοί, η ατμόσφαιρα, όπως κατέληξε η επιστήμη, περιείχε 2-3% οξυγόνο, 7-12% διοξείδιο του άνθρακα και το υπόλοιπο ήταν άζωτο και άλλα αέρια.

Για δισεκατομμύρια χρόνια ο μεταβολισμός των ζωντανών οργανισμών προσαρμόστηκε κι επιβίωσε σε αυτές τις αναλογίες αερίων (O2 = 3%, CO2 = 7%), δηλαδή οι μεταβολικές και βιοχημικές αντιδράσεις, οι λειτουργίες των ενζύμων και των βιταμινών, γίνονταν σε αυτές τις αναλογίες, και μέχρι σήμερα οι μηχανισμοί του μεταβολισμού δεν έχουν αλλάξει.

Λόγω φωτοσύνθεσης, στην ατμόσφαιρα συνεχώς μειωνόταν η ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα (CO2) και αυξανόταν η ποσότητα του οξυγόνου (O2). Η σημερινή ατμόσφαιρα περιέχει 7 φορές περισσότερο οξυγόνο (O2 = 21%) και 250 φορές λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα (CO2 = 0,03%), σε σχέση με τις αρχικές αναλογίες, άρα είναι ακατάλληλη για τον μεταβολισμό.

Δηλαδή, ο ρόλος των πνευμόνων είναι, μετά από κάθε εισπνοή, εκπνοή, να διατηρήσει την αρχική αναλογία αερίων στις κυψελίδες (πνευμόνια), άρα και στο αίμα, ανεξάρτητα από τις ατμοσφαιρικές αναλογίες. Εφόσον η σημερινή ατμόσφαιρα περιέχει 7 φορές παραπάνω οξυγόνο (O2 = 21%) από το αρχικό (O2 = 3%), τότε μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι μία από τις βασικές λειτουργίες των πνευμόνων είναι να διατηρεί στις κυψελίδες την αρχική (απαραίτητη) ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα.

Παρόλο που στην ατμόσφαιρα υπάρχει 7 φορές περισσότερο οξυγόνο (O2 = 21%) και το αίμα είναι κορεσμένο σε οξυγόνο (98%) τα κύτταρα δεν οξυγονώνονται, λόγω έλλειψης διοξειδίου του άνθρακα.

Η μειωμένη οξυγόνωση των κυττάρων λόγω του υπεραερισμού, παρόλο που το αίμα είναι κορεσμένο σε οξυγόνο κατά 98%, διαβιβάζεται στο νευρικό σύστημα σαν μήνυμα έλλειψης οξυγόνου, η οποία εκφράζεται σε τάσεις βαθιάς αναπνοής, με σκοπό να εισπνέει περισσότερο αέρα για να συμπληρώσει την έλλειψη διοξειδίου του άνθρακα (όπως γινόταν όταν η ατμόσφαιρα είχε περισσότερο διοξείδιο άνθρακα), σαν βοηθητικό παράγοντα απελευθέρωσης του οξυγόνου από το αίμα στα κύτταρα, και εφόσον ο ατμοσφαιρικός αέρας δεν περιέχει την απαραίτητη ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα, η τάση της βαθιάς αναπνοής παραμένει ως μόνιμη ανάγκη.

Έτσι εξηγείται το ένστικτο της βαθιάς αναπνοής.

Την φυσική τάση βαθιάς αναπνοής ενισχύουν επιπλέον οι άνθρωποι με συνειδητά βαθιές αναπνοές, έχοντας την πεποίθηση ότι οι βαθιές αναπνοές κάνουν καλό (οι βαθιές αναπνοές μπορούν να κάνουν καλό, μόνο όταν γίνεται συνειδητή καθυστέρηση της εκπνοής).

Εφόσον ο ατμοσφαιρικός αέρας δεν περιέχει κατάλληλη ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα για τον μεταβολισμό, ο οργανισμός, με τους μηχανισμούς λειτουργίας των πνευμόνων, προσπαθεί να καλύψει την φυσιολογικά ζητούμενη ποσότητα (CO2 = 7%) από το διοξείδιο του άνθρακα που παράγεται στα κύτταρα με τις καύσεις (διάσπαση γλυκόζης), το οποίο φτάνει στα πνευμόνια μέσω της φλεβικής κυκλοφορίας (με ποσοστό 4% σε κατάσταση ακινησίας) για να εκπνέεται και, αντί να εκπνέεται, μεταφέρεται μέσα στις κυψελίδες στην αρτηριακή κυκλοφορία σαν εισπνεόμενο αέριο.

Η βαθιά εισπνοή, την οποία ακολουθεί και βαθιά εκπνοή (υπεραερισμός), δεν δίνει το χρονικό περιθώριο να ολοκληρώνεται η μεταφορά διοξειδίου του άνθρακα από την φλεβική στην αρτηριακή κυκλοφορία.

Σε κατάσταση ακινησίας οι καύσεις παράγουν περίπου 4% διοξείδιο άνθρακα, το οποίο, όταν στην καλύτερη περίπτωση μεταφέρεται πλήρως στην αρτηριακή κυκλοφορία, εξασφαλίζει μόνο τα χαμηλότερα επίπεδα της φυσιολογικά ζητούμενης ποσότητας διοξειδίου άνθρακα (CO2 = 4-7%, PCO2 = 35-45 mmHg) οδηγώντας το pH στο αλκαλικό του όριο (pH = 7,47).

Σε αυτές τις συνθήκες η υγεία είναι σε οριακή κατάσταση, που σημαίνει ότι ο υπεραερισμός (ακόμα και μία βαθιά εκπνοή) μειώνει και αυτό το 4% και εμφανίζει συμπτώματα.

Για να αυξηθεί η ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα στα πνευμόνια από τα χαμηλότερα οριακά επίπεδα στα ζητούμενα φυσιολογικά, πρέπει να αυξηθεί η ποσότητα διοξειδίου άνθρακα στα κύτταρα αυξάνοντας τις καύσεις με την σωματική άσκηση (κίνηση) ή να γίνεται συνειδητή καθυστέρηση της εκπνοής με συνειδητά ελεγχόμενη αναπνοή.

Ο σύγχρονος τρόπος ζωής με περιορισμένη κίνηση καθιστά απαραίτητη την ελεγχόμενη αναπνοή σαν μοναδικό τρόπο εξασφάλισης του φυσιολογικά ζητούμενου διοξειδίου του άνθρακα, άρα βελτίωσης και εξασφάλισης της υγείας.

Στην ουσία η ελεγχόμενη αναπνοή μπορεί να καλύψει τις φυσιολογικές ανάγκες του μεταβολισμού, αντικαθιστώντας σε μεγάλο βαθμό την κίνηση.

Από όλα τα παραπάνω εξάγονται τα εξής συμπεράσματα:

  • Η έλλειψη διοξειδίου του άνθρακα στον εισπνεόμενο αέρα, οδηγεί συνεχώς στον υπεραερισμό και σαν αποτέλεσμα εμφανίζονται αρρώστιες που μας οδηγούν στον θάνατο.
  • Περιορίζοντας τον υπεραερισμό συνειδητά, επανέρχονται όλες οι λειτουργίες του οργανισμού, βελτιώνεται ο μεταβολισμός, αυξάνεται το διοξείδιο άνθρακα του μεταβολισμού, ικανοποιούνται τα κύτταρα σε οξυγόνο, μειώνονται οι φυσικές τάσεις της βαθιάς αναπνοής, στην συνέχεια περιορίζεται ο υπεραερισμός χωρίς προσπάθεια, με αποτέλεσμα ο οργανισμός να επιστρέφει στην φυσιολογική του κατάσταση.

Περισσότερα…